Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Θυμάμαι την μουσική...




            Δεν θυμάμαι το πρώτο μου χαμόγελο, αλλά ούτε και τα πρώτα μου λόγια. Πιστεύω ότι θα ήταν τρανταχτά χαχανητά, με σκόρπιες συλλαβές, χωρίς κανένα νόημα.
Όλοι όμως κατάλαβαν το ταλέντο μου για την μουσική και έρχονταν που και που να με δουν. Οι γονείς μου, οι συγγενείς, ακόμα και άγνωστοι άνθρωποι, θαύμαζαν το πάθος που είχα μέσα μου…και με παλαμάκια και μπράβο, παίνευαν το κατόρθωμα μου, κάνοντας με να συνεχίσω.
Έτσι ήταν οι πρώτες νότες που έπαιξα.
Μπροστά σε μικρό κοινό ξεδίπλωσα το μεγαλείο που έκρυβα μέσα μου και κάθε νότα που άφηνα να γεμίσει τον χώρο, αυτή αιωρούνταν γλυκά προς τους θεατές, σχηματίζοντας ένα χαμόγελο ευτυχίας στο πρόσωπό τους. Αλλά και στα λάθη που έκανα, ήταν πάντα δίπλα μου και με εμψύχωναν για να συνεχίσω.

            Όταν μεγάλωσα (δηλαδή πήρα λίγο ύψος), γνώρισα και άλλα παιδάκια που είχαν το ίδιο χάρισμα… Παίζαμε κυνηγητό, μπάλα, διάφορα παιχνίδια, που άλλοτε μας έκαναν να γελάμε και να άλλοτε να κλαίμε. Κάθε νίκη ή ήττα, περιτριγυριζόταν από φωνές, κραυγές, δύναμη, τόλμη, πάθος…ήχους και μουσική!
Είχαμε δημιουργήσει πολλά τραγούδια…και δίναμε συναυλίες παντού. Στο σχολείο, στις αλάνες, έξω από τα σπίτια μας…παίζαμε μουσική πρώτα για τον εαυτό μας και αυτό που έβγαινε ήταν τόσο αληθινό, που καθήλωνε την προσοχή και του πιο δύσπιστου ακροατή…
Για χρόνια το κάναμε αυτό, πάντα οι ίδιοι. Αλλά στα 18 αποφασίσαμε ότι πρέπει να  αποχωρίσουμε από το συγκρότημα που μας ανέδειξε και ο καθένας έπρεπε ν’ ακολουθήσει την δική του (solo) πορεία.
Δύσκολη απόφαση, αλλά η αγάπη μου για την μουσική με έκανε να αγωνιστώ για την  τέχνη μου, τις ιδέες και τα θέλω μου… Συνάντησα κάποιους <κυνηγούς ταλέντων>, αλλά από αυτούς, ο ένας ήταν που μου υποσχέθηκε ότι θα κλέψει τις λιγότερες δημιουργίες μου και αποφάσισα να συνεργαστώ μαζί του. Τα κέρδη ήταν ελάχιστα σε σχέση με αυτά που μου έδιναν οι δικοί μου, αλλά η μουσική, μου κρατούσε συντροφιά και μου έδινε δύναμη για να συνεχίσω. Τα απαραίτητα τα είχα…
Βαρετό το μέρος που βρισκόμουν, αλλά παντού ήχοι. Αμάξια, άνθρωποι, τρένα, το καθένα με τον δικό του ήχο, με έκανε να ταξιδεύω σε άλλα μουσικά είδη από αυτά που ήξερα.

            Μετά από αρκετό καιρό γνώρισα δύο μουσικούς. Περίεργο να μου συμβαίνει, αλλά ήταν όντος μουσικοί!
Ο ένας έπαιζε σε ένα μικρό μαγαζάκι όπου πήγαινα κι’ εγώ όταν πεινούσα. Του άρεσε να πειραματίζεται με τους ήχους, γι’ αυτό καθώς έπλενε τα πιάτα, άνοιγε το παράθυρο που ήταν πάνω από τον νεροχύτη, για να μπορεί ν’ ακούει και τους ήχους της πόλης, ώστε στο μυαλό του να αποτυπώνει καταπληκτικές σονάτες… Δεν ήταν όλες οι μέρες δημιουργικές, αλλά όταν πετύχαινε αυτό που ήθελε, η λάντζα ήταν γεμάτη με νερά και σαπουνάδες.
Στον άλλο φίλο μου, του άρεσε ο ήχος του μετάλλου, σε συνδυασμό με τον πόσο καλό ήχο έβγαζε η μηχανή ενός αμαξιού. Δούλευε χρόνια DJ σ’ αυτό το club και όταν έκλεισε, δεν δυσκολεύτηκε να βρει δουλειά, γιατί ήταν πάρα πολύ καλός σ’ αυτό που έκανε…
            Από αυτά τα δύο φιλαράκια κατάφερα να φύγω από τους <κυνηγούς ταλέντων> και συνεργάστηκα με έναν πολύ καλό παραγωγό. Δέχτηκε τις ιδέες μου, τον τρόπο που εργαζόμουν  και με τον καιρό αγάπησε… την μουσική μου (εμένα).
Εκείνη την χρονική περίοδο που όλα πήγαιναν πάρα πολύ καλά, συνάντησα…πρωτόγνωρους ήχους, που δεν μπορούσα να τους ερμηνεύσω και να τους αποστηθίσω.
Κι’ αυτό έγινε όταν άλλαξα την διαδρομή για να πηγαίνω πιο γρήγορα στο studio όπου εργαζόμουν. Τότε είδα στην στάση ένα πανέμορφο χαρτί με αποτυπωμένο πάνω του ένα πεντάγραμμο. Δεν έδωσα τόσο πολύ σημασία και μπήκα στο λεωφορείο που ήρθε.
Την επόμενη μέρα, την ίδια ώρα περίπου, περιμέναμε μαζί με άλλους τα λεωφορεία για το προορισμό μας. Γύρο μου πεντάγραμμα, ο κάθε άνθρωπος με το δικό του και ο καθένας τους είχε τον μοναδικό ήχο που τον χαρακτηρίζει ανάμεσα μας.

Όταν την ξανακοίταξα (το χαρτί) και άφησα λίγο ν’ ακούσω τον ήχο της, έμεινα καθηλωμένος και προσπαθούσα να διακρίνω τις νότες που σκαλίζονταν  επάνω στις γραμμές. Άφησα ελεύθερο τον εαυτό μου, το βλέμμα μου σταθερό και άκουγα τις νότες της…
Γλυκιά μελωδία. Αδύναμοι ήχοι στις πρώτες γραμμές να παίζονται σιγά από βιολί. Περπάτησα λίγο και προσπέρασα έναν κύριο που ήταν μπροστά μου, για ν’ ακούσω… Την ξανακοίταξα και τα έγχορδα άρχισαν να συνοδεύουν το βιολί.
Νότες, παντού νότες… Καλαίσθητες, γλυκές, απλώνονταν επάνω στις γραμμές κι’ από εκεί γλιστρούσαν προς εμένα και άφηναν απαλά τον ήχο τους, ν’ ακουμπήσει το μυαλό μου.
Πνευστά εισχωρούσαν και μπερδεύονταν με τα έγχορδα και σαν νήμα από λεπτή κλωστή το βιολί, τα κρατούσε σε αρμονία για να μην κρύψουν η μία την άλλη, αλλά τις άφηνε να απλώνονται σαν ολότητα γύρο μου.
Κάθε κίνηση της ήταν και μια διαφορετική μελωδία. Ώσπου με κοίταξε και όλα σώπασαν κι’ ακουγόταν μόνο το φλάουτο…
Δεν έχασα ούτε μια στιγμή την μελωδία της, αλλά έχασα όλα τα λεωφορεία για την δουλειά μου.
            Από εκείνη την στιγμή προσπάθησα  και κατάφερα να την πίσω ότι ταιριάζουν οι μουσικές μας και ότι στο μέλλον θα είχαμε τις δικές μας μελωδίες.                  Περνούσε ο καιρός και όσο μαθαίναμε ο ένας τον άλλο, σκαλίζαμε σιγά σιγά διάφορα σύμβολα στο δικό μας πεντάγραμμο. Άλλα ήταν απλά, αλλά πιο δύσκολα στην γραφή, αλλά ήταν δικά μας και όσο γεμίζαμε τις γραμμές, γινόμασταν καλύτεροι μουσικοί…
Κάποιες φορές υπήρχαν κακόηχες στιγμές, από νεύρα, τσακωμούς κτλ… Αλλά ένας συνθέτης ξέρει να υποχωρεί και να αναγνωρίζει τα λάθη του, τα δέχεται και προσπαθεί να μην τα ξανακάνει.
Αλλά και αυτοί οι <άσχημοι> ήχοι…,δίνουν μια διαφορετική χροιά σ’ ένα τραγούδι, όπου σου βγάζει την δική του μαγεία και στο μέλλον μπορεί να γίνει διαχρονικό!

Περνούσαν τα χρόνια και είχαμε καταφέρει να δημιουργήσουμε τόσες πολλές και καλές συνθέσεις, που καμαρώναμε γι’ αυτές, στους μουσικούς-φίλους μας.
Όλοι οι μουσικοί έχουν τις ένδοξες μέρες και το απόγειο της καριέρας τους. Αυτό συνέβαινε εκείνη την στιγμή και σ’ εμάς.
Τότε ήταν που κοίταξα την καλή μου και η μουσική που μου πρόσφερε δεν ήταν χαρμόσυνη όπως παλιά. Άκουγα να βγαίνουν βαριές μελωδίες από μέσα της, από νότες που την  έπνιγαν σαν βρόγχος. Ήθελε να μου δώσει τους ήχους της, αλλά τα σκαλίσματα που προσπαθούσαν να βγουν ήταν ακονισμένα απ’ την αρρώστια και καρφώνονταν στα μέσα της. Χάραζαν την παρτιτούρα, άλλες φορές την έσκιζαν κι’ έβγαινε θλιμμένη, λυπητερή μελωδία.
Οι μέρες την συνόδευαν όλο και πιο πολύ στο κρεβάτι. Προσπαθούσαν να την παρηγορήσουν, με αντάλλαγμα να μην έχει ήχο. Το δέχτηκε, δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά και δίπλα της εγώ, να μην ακούω τίποτα…
            Τελευταία φορά που την είδα, ήταν ανέκφραστη και μου θύμισε λίγο την παλιά της μορφή. Δεν μιλούσε, δεν μου <έπαιζε> μουσική, δεν έκανε κάτι…και έβγαζε χωρίς ήχο, την λύπη μου με ένα δάκρυ.
Μαυροφορεμένοι μουσικοί και χώμα την έκρυψαν… Κι’ από τότε την συναντώ μέσα σε μια κορνίζα που την φωτίζει τρεμάμενο φως.

Η απώλεια του ήχου της, με κερνούσε απόγνωση και θλίψη. Δεν μπορούσα να το αντέξω. Κάθε στιγμή , κάθε λεπτό, ήταν δίπλα μου και όμως δεν υπήρχε…        
Έκανα πολλές προσπάθειες να γράψω στο κοινό μας πεντάγραμμο, αλλά το αποτέλεσμα δεν μου άρεσε όπως ηχούσε. Ήταν καλύτερη συνθέτης από εμένα… δεν γινόταν να συνεχίσω μόνος μου.
Τότε πήρα την απόφαση να ξαναγυρίσω εκεί που πρωτόπαιξα μουσική. Συνάντησα ένα φίλο από το συγκρότημα και κάποιους άλλους, που δίναμε εδώ κι’ εκεί συναυλίες. Ο καθένας έλεγε για τις επιτυχίες που είχε, γελούσαμε, πειράζαμε ο ένας τον άλλο, κι’ αφήναμε το παρελθόν να μας διασκεδάσει. Έκανα κάποιες βόλτες, αλλά δεν άντεξα να μην παω εκεί που έγινα γνωστός...
            Κατευθύνθηκα προς το λοφάκι κι’ από κάτω μου βρισκόταν η μικρή αλάνα που έπαιξα τις πρώτες μου νότες. Μικρή μου φαίνετε τώρα…
Προσπαθώ να αφεθώ σε κάποιον ήχο, έστω σε μια νότα, αλλά δεν ακούω τίποτα…
Συγκεντρώνομαι στα πάντα γύρο μου, όλα όμως είχαν σωπάσει.
Ακούμπησα στον κορμό ενός δέντρου, έκλεισα τα μάτια και έγινα ταξιδιώτης στις διαδρομές που είχαν οι αναμνήσεις. Σαν ακτίνες από δυνατό φως καρφώθηκαν οι νότες στο μυαλό μου.
Ευωδίαζαν σαν άνθη οι στιγμές από εικόνες κι’ από νότες. Πλημμύρα συναισθημάτων και σαν Άνοιξη η διάθεση μου, αγκάλιασε σαν ελαφρύ αεράκι τα ροδοπέταλα και τα σκόρπισε με δύναμη στο μυαλό μου.
Παραταγμένες με όμορφο τρόπο η μία δίπλα στην άλλη και μπροστά τους οι παρτιτούρες με τις αναμνήσεις...
Κάνω μερικά βήματα και στέκομαι όρθιος απέναντι τους. Ανοίγω τα χέρια σαν μια μεγάλη αγκαλιά κι’ αρχίζω να τα κουνώ ήρεμα και κατανοητά.
Τότε όλες άρχισαν να παίζουν τις μελωδίες που είχαν μπροστά τους. Κοιτούσαν συνεχώς τα χέρια μου μήπως ήθελα να κρύψω κάποιες νότες...αλλά εγώ δεν ήθελα ν’ ακούσω κάποια διασκευή...
Έδινα τον ρυθμό σαν μαέστρος κι’ αυτές ακολουθούσαν. Δάμαζα την ένταση τους... και το ταλέντο τους, έστυβε τα σκαλίσματα που είχαν τα χαρτιά. Ανέβλυζαν οι νότες, αλλά δεν είχαν άρωμα. Έβγαιναν μέσα απ’ τις γραμμές κι’ έντυναν το διάφανο κορμί τους με τις νότες που έπαιζαν οι εικόνες. Η κάθε ανάμνηση κεντούσε το δικό της σώμα και όταν αυτό ήταν έτοιμο, έπαιρνε θέση ανάμεσα σε εμένα και τους μουσικούς μου.
Αέρινο σώμα, αέρινες κινήσεις και ο χορός που έβλεπα, ήταν οι ήχοι που είχε μέσα της η κάθε ανάμνηση. Εικόνες έπαιζαν την μουσική, αναμνήσεις την χόρευαν κι’ εγώ ακούνητος να βλέπω και να νιώθω το αποτέλεσμα...


Μπράβο και χειροκροτήματα πήραμε όλοι από το    κοινό, που μας παρακολουθούσε!
Ήταν εξαίσια παράσταση...
Τα θερμά μου συγχαρητήρια...
Μπράβο σας...

Εικόνες και αναμνήσεις σχημάτισαν μια ευθεία γραμμή και μπήκα κι’ εγώ ανάμεσα τους, γείραμε λίγο μπροστά και υποκλιθήκαμε στον θεατή μας...το μέλλον!



Μετά από αρκετή ώρα, άνοιξα σιγά σιγά τα μάτια για να μην χάσω την στιγμή.
Κοίταξα την αλάνα και χαμογέλασα.... Μικρά παιδιά έπαιζαν μουσική...!




Δεν υπάρχουν σχόλια: