Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Το παιδάκι και οι νότες.




Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένας καταπράσινος τόπος, με τρεχούμενα νερά, απέραντες πεδιάδες και ψηλά, θεόρατα βουνά. Πολύχρωμα λουλούδια σκέπαζαν το χώμα και ο δροσερός αέρας σκόρπιζε παντού τις μυρωδιές τους.
Σύμμαχος της ομορφιάς, ο ήλιος. Που φώτιζε κι έδινε ζωή, καθώς απλώνονταν οι ακτίνες του στην Γη.
Αν ήσουν εκεί, καθώς κοιτούσες πάνω από τον μικρό λοφίσκο, που βρισκόταν κοντά στους πρόποδες του ψηλότερου βουνού, θα έβλεπες καπνούς και θα άκουγες τις φωνές των ανθρώπων. Αυτοί οι άνθρωποι ζούσαν μέσα στο τέλειο, αλλά το ελάττωμα τους ήταν η ανωτερότητα τους...
Έγδερναν την Γη για να φυτέψουν δικές τους ρίζες. Μόλυναν το νερό για να βρουν την λάμψη...! Αφάνιζαν το δάσος κι άφηναν ένα δέντρο μόνο του, για να μπορεί ο αέρας να το τσακίσει πιο εύκολα. Τρύπωναν μέσα στα βουνά και τ’ άφηναν κούφια, για να χάσουν το σώμα τους, ενώ αυτοί χειροκροτούσαν καθώς κατρακυλούσαν οι κορυφές τους στις πλαγιές.
Η ανωτερότητα δεν άφηνε τίποτα στο διάβα της… Έπρεπε ΟΛΑ να είναι κάτω απ’ το «ύψος» των ανθρώπων και να υπάρχει πρόσφορο έδαφος για να πετάξει βλαστάρια ο εγωισμός!
Ανάμεσα σε αυτή την ασχήμια, υπήρχε ένα παιδάκι με όμορφη ψυχή, που ήταν τυφλό. Δεν μπορούσε να τρέξει, να παίξει σαν τα άλλα τα παιδάκια. Δεν μπορούσε να δει τίποτα από αυτά που οι άλλοι τα έκριναν σαν «κατώτερο τους»…, αλλά είχε το χάρισμα να ακούει τους ήχους γύρο του και αυτές οι νότες, σχημάτιζαν την εικόνα, απ’ όπου προερχόταν! Είχε το χάρισμα και την κατάρα ν’ ακούει τον πόνο της Γης. Η ζωή του ήταν μέσα στο σκοτάδι, αλλά η συντροφιά της ακοής του απάλυνε τον πόνο και του έδινε δύναμη για να ζήσει και ν’ αναγνωρίζει το ωραίο….!

 Όσο περνούσε ο καιρός, οι άνθρωποι κατέστρεφαν όσα πιο πολλά μπορούσαν. Άφηναν σημάδια και πληγές στην Φύση, κι' ένιωθαν ευχαρίστηση κάθε φορά που ο πόνος της γινόταν…, κραυγές.
Κάθε φορά που ψυχορραγούσαν τα πάντα, το παιδάκι άκουγε τις κραυγές σαν όλους τους άλλους, αλλά οι νότες τρύπωναν βίαια μέσα του, καρφώνονταν στο μυαλό του και έγδερναν την σκέψη του!!! Ματωμένες εικόνες , δεμένες σφιχτά με θλίψη και οργή...
Μια κίνηση στο χέρι, μια σκέψη, ένα βάδισμα του ανθρώπου…, προκαλούσε ρίγος στην φύση!

Δεν μπορούσε ν’ αντέξει τόση βία ένα μικρό κι αγαθό μυαλουδάκι, κι αποφάσισε να κλέψει της νότες.
Παράτολμη, θανατηφόρα θέληση για ένα τυφλό παιδί… Αλλά με σκοπό, να μην βλέπει την βία κάθε φορά που άκουγε τις νότες.
Η φύση θα έχανε την φωνή της, ξερούς και μονότονους, αλλά δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά...
            Περιπλανιόταν για αρκετό καιρό σε πανέμορφα τοπία, καταπράσινα λιβάδια,  λίμνες που καθρέπτιζαν το δέος των βουνών, αλλά ούτε μια στιγμή δεν κατάφερε ν' αποτυπώσει μια εικόνα στο μυαλό του. Όλα γύρο του ήταν όμορφα, τέλεια, αλλά γι' αυτόν οι εικόνες ήταν αιματοβαμμένες, όσο άκουγε τις νότες.
Κατάφερε με κόπο να μαζέψει την φωνή της Φύσης που ήταν κρυμμένη μέσα στην βροχή, κάτω απ’ τις πέτρες, στα πιο μικρά ζωύφια, ακόμα και στα πιο ψηλά βουνά... Κάθε μια φωνούλα που έβρισκε, την έβαζε σε ένα μικρό σακουλάκι και αυτή σταματούσε να ηχεί. Μάζεψε με κόπο, εφτά διαφορετικούς ήχους και το μυαλό του ηρέμησε από τις κραυγές.

Η κούραση τον είχε εξαντλήσει. Μέρες, μήνες έψαχνε για τις νότες, έπρεπε να ξεκουραστεί, αλλά και να τις κρύψει.
Περπάτησε λίγο από εκεί που ήταν. Χτυπούσε σε κορμούς δέντρων, προσπερνούσε με δυσκολία μικρούς θάμνους, ώσπου άκουσε τις νότες να ηχούν σαν νερό… και αυτό κυλούσε ήρεμα πάνω στις πέτρες και στο χώμα. Το βάδισμα έγινε πιο γρήγορο επάνω στην χλόη, μέχρι που τα πόδια του, βράχηκαν από το νερό του ποταμού. Έσκυψε να δροσιστεί, ψηλάφισε και κάθισε σ' ένα βραχάκι που ήταν κοντά στην όχθη.

Ακούμπησε το μικρό σακουλάκι και χαμογέλασε που όλα ήταν εντάξει...


Κατέβασε τους ώμους, ηρέμησε κι' άκουγε τα πάντα γύρο του γυμνά... Ξερός ο κάθε ήχος, χωρίς χρώμα...
Τότε άκουσε να πέφτουν σταγόνες. Σιγά σιγά έγλυφε και τρύπωνε τα βράχια το νερό, σταγόνα γινόταν καθώς έβγαινε από τις ρωγμές, ξεκολλούσε απ' τα βράχια και κατηφόριζε στο ύψος, για να στάξει στο χώμα.
Ακολούθησε τον ήχο το παιδάκι, βυθίστηκε στο μαύρο της σπηλιάς, τον περικύκλωσε η υγρασία και το κρύο, κι' άφησε το κορμί του ν' ακουμπήσει τα βράχια.
Οι συνάνθρωποι του ενοχλήθηκαν που δεν άκουγαν τίποτα… Χτυπούσαν αλύπητα, αλλά δεν ένιωθαν κάποιον ήχο στ’ αυτιά τους… Προσπάθησαν…, κάποιοι να προκαλούν το κακό και οι άλλοι ν’ αναπαριστούν με τις δικές τους φωνές να ουρλιάζει η Φύση, αλλά δεν τους άρεσε το αποτέλεσμα! Δεν ήταν αληθινός ο τρόμος…, δεν είχε πλάκα!!!
Κάποιος είδε μικρά χνάρια να χάνονται απ’ το χωριό… Κατάλαβαν τι έγινε και συσπειρώθηκαν..., για να ξανακούσουν την φύση να ουρλιάζει!

            Όταν ξύπνησε το παιδάκι, με τα μικρά του χεράκια, άνοιξε σιγά σιγά το σακουλάκι σαν δώρο και οι νότες σκορπίστηκαν μέσα στην σπηλιά. Ποτέ δεν του είχαν κάνει δώρο, γιατί δεν θα μπορούσε να το δει.
Το καλύτερο δώρο στην ζωή του, το είχε κάνει μόνος του... Ένα μεγάλο πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του, από τις εικόνες...
 Καμιά τους δεν έβγαζε κραυγές, παρά μόνο μελωδίες. Έσχιζαν τον αέρα αυτές, χτυπούσαν μεταξύ τους και η φωνή της φύσης, σαν χάδι αγκάλιαζε, το παιδάκι.
Δεν μπορούσε να τις δει, αλλά οι μελωδίες , σαν χρώματα ζωγράφιζαν στο μυαλό του, κι' έβλεπε βουνά, λίμνες, δέντρα, τοπία που δεν μπορούσε να δει με τα δικά του μάτια.
Κάθε μέρα και μια άλλη μελωδία, ένα διαφορετικό τραγούδι φώλιαζε στο μυαλό του. Κάποια λεπτά μόνο τις αποχωριζόταν και ύστερα, γρήγορα γρήγορα, πήγαινε πάλι κοντά τους, για να του δείξουν... κάτι καινούργιο.
Συμπάθησε τις φωνούλες το παιδάκι και κάθε μέρα του έδειχναν απλά, καθημερινά πράγματα... Την βροχή, τον μουντό καιρό, το πρωινό, το καθρέφτισμα της λίμνης...
 Μια μέρα, ξύπνησε από μια γλυκιά μελωδία. Γύρισε το κεφάλι του προς τις νότες και ο ήχος τους, καθήλωσε το χλωμό βλέμμα του. Του έδειχναν το ζεστό άγγιγμα του ήλιου, καθώς βυθιζόταν στον γαλάζιο ορίζοντα. Έβλεπε τα χρώματα, τις ακτίνες που χόρευαν επάνω στα κύματα και όλα αυτά σε ένα βαθύ φόντο, που σήμαινε το τέλος της μέρας...
Για αρκετή ώρα είχε μείνει άναυδο..., ώσπου οι φωνές των συνανθρώπων, μπλέχτηκαν με τις νότες από το ηλιοβασίλεμα. Ρίγος και τρόμος απλώθηκε στο κορμί του.
Τις φώναξε, κι' αυτές γρήγορα κρύφτηκαν στο μικρό σακουλάκι. Τις χάιδεψε με στοργή μεγάλου... και τους είπε να μην φωνάξουν.
Άφησε το σακουλάκι στο βάθος της σπηλιάς και βγήκε έντρομος έξω από αυτήν.
Ψηλάφιζε το χώμα γύρο του για να καλύψει την μικρή είσοδο με κλαδιά και με ότι άλλο έβρισκε. Δεν μπορούσε να δει και αυτό τον άγχωνε περισσότερο.
Σχεδόν την είχε καλύψει, όταν απομακρύνθηκε από την μικρή είσοδο... και  βρέθηκε μέσα στα ρηχά νερά του ποταμού, τον είδαν και έτρεξαν προς το μέρος του…
 Ένας..., με χοντρό ξύλο χτυπούσε το παιδάκι και του έλεγε: «Ποιος είσαι εσύ που θα μου στερήσεις ν' ακούω τις κραυγές της φύσης; Θέλω να την πληγώνω και κάθε τόσο που θα φωνάζει, θα μου δίνει δύναμη να συνεχίσω...»
Το ξύλο σηκώθηκε πιο ψηλά και το νερό βάφτηκε κόκκινο.
Ο πόνος ήταν αβάσταχτος, αλλά δεν βγήκε ποτέ από τα χείλη του. Δεν ήθελε να τον ακούσουν οι νότες...
Προσπάθησε να ξεφύγει, αλλά μια πέτρα μούδιασε το κορμάκι του… Κολυμπούσε άψυχο..., μέσα σε κόκκινο και μπλε. Το νερό του σιγοτραγουδούσε χαϊδεύοντας το και  παρέσυρε μακριά το παιδάκι από ανθρώπους και εικόνες...



Υ.σ. Ελάχιστοι έχουν βρει αυτήν την σπηλιά. Δυο από αυτούς, πρέπει να ήταν ο Chuck Schuldiner (Voice of the soul) και η Lorena Mackenit (Dante's preyer).

Αφιερωμένο σε όλους τους τυφλούς... που δεν χρειάζεται να κοιτάξουν, για ν' ακούσουν.  

Δεν υπάρχουν σχόλια: