Κυριακή, 7 Αυγούστου 2011

Η Λογική και οι δυο αδερφές.



 


 …το κλάμα είναι η έναρξη για την δύσκολη ανηφόρα της ζωής.

Είναι η υπαρκτή αλήθεια του κάθε ανθρώπου, που πρέπει να την αντιμετωπίσει μόνος του, για να φτάσει αντιμέτωπος, με το τέλος…
Δύσκολο έργο. Ένας Γολγοθάς που από μόνο του το κορμί δεν μπορεί να τα καταφέρει. Ένα κουφάρι δεμένο με λογική είναι ο άνθρωπος, πως μπορεί να αντέξει τόσα θέλω και άλλα τόσα πρέπει;
Πως μπορεί να τα βάλει με καθημερινά προβλήματα και να μην παραπατήσει;
Πως μπορεί ν’ αντέξει τον κακοτράχαλο δρόμο της ζωής και ύστερα να έρθει αντιμέτωπος με τον αιώνιο εχθρό της…;
Αλήθειες - ψέματα, καλό - κακό…, πιάνονται χέρι χέρι και συμμαχούν μέσα στο μυαλό του ανθρώπου. Μια ένωση του διαφορετικού… ενάντια στο «αγαθό», την Λογική.
Κάτοικος του μυαλού, φύλακας… στα όσα θωρούν τα μάτια η Λογική… Ψαχουλεύει στο δαιδαλώδες σπίτι της για τις στιγμές της καθημερινότητας. Με αυτές τρέφεται και ζει, για να γεννήσει μέσα από τις εικόνες και τις ιδέες, την Σκέψη…!
Μια κοπέλα διαφορετική στον κάθε άνθρωπο… Που την ομορφιά αυτή, την προβάλλουν τα χείλια, όταν η Σκέψη γίνεται ένα με λόγια και φράσεις… 

Λογική, μια απλή λέξη που γρονθοκοπείται αλύπητα από τους συμμάχους. Δέχεται την αδυσώπητη επίθεση μέσα στο χαώδες σπίτι της και τις πιο πολλές φορές υποκύπτει στα τραύματα της… Αλλά είναι πολλές οι φορές που τα χτυπήματα γίνονται συνήθεια και η Λογική, ξανασηκώνεται και στέκεται πιο δυνατή μπροστά τους… Εκεί είναι που ο άνθρωπος πισωγυρίζει από τον εύκολο δρόμο και ξανά βαδίζει στον ξερακιανό και δύσβατο ανήφορο.

Συντροφιά σ’ αυτό το όμορφο ταξίδι του ανθρώπου και στην εύθραυστη Λογική, κρατούν  οι δυο αδερφές η Αγάπη και η Ψυχή.
Και οι δυο αυτές, γεννιούνται με το πρώτο κλάμα ενός μωρού…

Η Αγάπη μείνει στ’ αριστερό στήθος, μέσα στο μικρό βραχάκι που χτυπά διαρκώς.
Εκεί φωλιάζει …, πίσω από την λεπτή σάρκα της καρδιάς,
συντροφιά με τον θόρυβο της ζωής. Μέσα σ’ αυτό το μικρό σπιτάκι, ξαπλώνει επάνω σε γέλια, σκεπάζεται με μια καλή πράξη και κλείνει τα μάτια σε κάθε σκίρτημα της καρδιάς.
Δεν μπορεί όμως να δει. Ποτέ το βλέμμα της δεν θα γεμίσει με εικόνες, γιατί βλέπει με το συναίσθημα.
Μικροσκοπική η ύπαρξη της, άυλο το σώμα της  αλλά η δύναμή της φαίνεται, όταν γίνεται τείχος, ενάντια της κακίας και του μίσους.
Αυτό το μέρος διαλέγει να ζει… ανάμεσα σε σπλάχνα. Bαθιά κρυμμένη μέσα σε σάρκες και κόκαλα, για να παλέψει στο πλευρό του ανθρώπου, τους δαίμονες που κατηφορίζουν!

Δίδυμη αδερφή της Αγάπης, είναι η Ψυχή.
Η Ψυχή κατοικεί ανάμεσα στα στήθια του ανθρώπου.
Μαζεύει τα φτερά της απ’ την στιγμή που γεννιέται και χάνεται εκεί που κρατά ο άνθρωπος την αναπνοή...
Είναι πιο όμορφη απ’ την αδερφή της, αλλά πιο ψυχρή. Και ο λόγος είναι, ότι ο δρόμος του ανθρώπου δεν θα έχει μόνο μικρούς θάμνους για εμπόδια… Θα βρεθούν στο δρόμο του θεόρατα βράχια, πελώριες πέτρες, έδαφος που ματώνει τα πόδια και μονοπάτια που δεν πρέπει ν’ ακολουθήσει. Εκεί θα βρεθεί η ψυχή και θα του θυμίζει ποιος είναι ο σωστός δρόμος.
Αυτό είναι το χρέος της Ψυχής…: να προστατέψει το μωρό, να βοηθήσει τον έφηβο να γίνει μεσήλικας και ύστερα, ο μεσήλικας να γίνει ένας σοφός γέρος , που θα βρεθεί με θάρρος, αντιμέτωπος με τον θάνατο…

Και οι δύο αυτές έννοιες γεννιούνται την ίδια στιγμή, αλλά διαφέρουν σε δυο πράγματα.
  • Η Ψυχή είναι πιο δυνατή από την αδερφή της, γιατί μπορεί και ακούει… την Λογική. Ενώ η Αγάπη οδεύει με το συναίσθημα.

  • Η άλλη διαφορά τους, είναι ότι η μία φεύγει…



Μαζί πορεύονται, βοηθά η μια την άλλη, αγκαλιάζουν τον άνθρωπο, τον συμβουλεύουν και προσπαθούν να τον κάνουν πιο δυνατό.

Κοπιαστικό έργο, που τις πιο πολλές φορές το φέρνουν εις πέρας…

Σ’ αυτό ταξίδι της σοφίας…, υπάρχει και ο Χρόνος.
Δεν έχει υλική υπόσταση, δεν φαίνεται κάπου, είναι σαν τον άνεμο και πιάνεται από τους ώμους του ανθρώπου. Γαντζώνεται επάνω στο κορμί, μπήγει τα δόντια του στην σάρκα και καταγράφει την ζωή…, μέσα από τις πράξεις και τα βιώματα του ανθρώπου!
Χρόνος.
Αυτό είναι το έργο του. Αλλά το τίμημα είναι, κάθε στιγμή που φυλακίζει στην αιωνιότητα, τόση ζωή θα ρουφά απ’ το κορμί και θα το μαραζώνει.

Όσο περνούν τα χρόνια, ο άνθρωπος γερνά, κουράζεται και ο δεσμός με τις δυο αδερφές γίνεται πιο δυνατός. Αυτός ο δεσμός είναι που τον βοήθησε ν’ ανέβει την ανηφόρα και να προσπεράσει τις δυσκολίες που συνάντησε.
Όμως η ανηφόρα έγινε ένα ίσιο και στενό δρομάκι, χωρίς θάμνους και βράχια…. Κι’ από εκεί στέκεται μαραζωμένος, να κοιτάζει την  μεγάλη πεδιάδα των εμποδίων, που ενώνεται με το γαλάζιο της ζωής.
 Ο ήλιος βρίσκεται στο σούρουπο, με λίγα σύννεφα να κρύβουν εδώ κι εκεί τις ακτίνες του.
Λίγο πιο πέρα βρίσκεται ο τόπος που έψαχνε….
Αργά, σταθερά βήματα, κατευθύνουν το κορμί, εκεί που είναι καρφωμένα τα μάτια. Η κούραση σέρνει τα πόδια, αλλά το πείσμα της σοφίας… μεταφέρει τον άνθρωπο στο τέλος…
Εκεί…, γονατίζει ο άνθρωπος και ξαπλώνει με το βλέμμα καρφωμένο στο ηλιοβασίλεμα. Στρέφει το κεφάλι για να δει από ψηλά το έργο του…, κι’ αμέσως  ξαναφέρνει το βλέμμα στα χρώματα του ήλιου.  
Αυτή την εικόνα μεταφέρουν τα μάτια πριν σφραγίσουν στις δύο αδερφές, για να βγουν αληθινές, για την υπόσχεση που έδωσαν στον άνθρωπο…

Εικόνες… Παντού εικόνες, διάσπαρτες μες στο κορμί και οι κυρίες σαν οικοδέσποινες τις καλωσορίζουν…
Η Λογική δέχεται το τέλος… σαν ύπαρξη, όπως δέχεται και την ζωή! Σταματά να γεννά Σκέψεις και χάνεται στα σκοτάδια του μυαλού.

Η Αγάπη με δακρυσμένα μάτια, χαϊδεύει τις εικόνες, τις αγγίζει και βλέπει την πορεία του ανθρώπου. Όμως η φύση της είναι ευαίσθητη και το παράπονο την ξαπλώνει επάνω σε χαρούμενα όνειρα, να τραγουδά μοιρολόι, σ’ ένα σπίτι που δεν έχει θόρυβο…

Όμως η Ψυχή δεν μένει σ’ ένα σώμα που δεν έχει ζωή. Ήξερε ότι αυτό το σώμα ήταν το μέσο για να ενωθεί με κάτι ανώτερο… είναι ξενιστής!





Έκλεισε τα μάτια ο άνθρωπος. Τα βλέφαρα δεν άνοιγαν, σφράγισαν, δεν ήθελαν
Αγάπη & Ψυχή.
άλλο να κουραστούν...  

Ερμητικά ακούμπησαν οι συμπληγάδες και άφησαν βαρύ βρυχηθμό στο μυαλό του ανθρώπου.
Ψυχή.
Σιγά σιγά, άρχισε να μαζεύεται μέσα του ψυχή και περιεργαζόταν το σώμα για τελευταία φορά. Είχε ένταση, κουνιόταν και τάραζε το κορμί.
Δεν την ένοιαζε αν το πονούσε, δεν ένιωθε τίποτα πια γι’ αυτό.
Δάγκωνε κι έκοβε τις φλέβες που την κρατούσαν δεμένη, για να πάρει φόρα και να ξεριζώσει τα σωθικά. Με αγάπη θρυμμάτισε τα κόκαλα που κρατούσαν τα χέρια και τα πόδια. Χτύπησε με δύναμη το κουφάρι κι’ αυτό τιναζόταν σε κάθε άγγιγμα. Άκουσε το τραγούδι και έμπηξε τα χέρια της στην ασάλευτη καρδιά, κομμάτια την έκανε και έσφαξε την αδερφή της…
Με ορμή πήγε στο χαώδες σπίτι…, φτερά γέμισαν το μυαλό, αγκάλιασε την Λογική και γέμισε με αίμα το στόμα, απ’ τα κομμάτια της….
Βγήκε ολόκληρη, ανανεωμένη μέσα απ’ τις ματωμένες πληγές, κι έκανε το κουφάρι κόκκινο,
παίρνοντας μαζί της και την τελευταία ανάσα του ανθρώπου.

Άσπρο φως είδε γύρο της και χάρηκε. Λύγισε τα πόδια, τινάχτηκε απότομα, κούνησε τα φτερά και γέμισε το σώμα κομματιασμένα σωθικά.
Κοίταξε από ψηλά τον άνθρωπο…, κατέβηκε, πέταξε γύρο του, κι’ έφυγε προς το φωτεινό μονοπάτι.






5/10/2011

Από τα παραπάνω μόνο το κείμενο είναι δικό μου. Όλα τ' άλλα τα "δανείστηκα", γιατί νομίζω ότι ταιριάζουν με το όλο θέμα.
  

Δεν υπάρχουν σχόλια: