Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011


ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΟΡΕΣΤΗ. 



Ορέστης: Έχει βάλει κρύο. Από το πρωί προσπαθώ να πουλήσω χαρτομάντιλα και δεν παίρνει κανένας. Με τόσο κρύο, δεν τρέχει η μύτη τους;
Μάλλον θα φταίει που εγώ είμαι ξυπόλυτος.
Όμως δεν στεναχωριέμαι, έχω καινούργια γάντια. Είναι μάλλινα, έχουν καφέ χρώμα, αλλά είναι λίγο σκισμένα.
Δεν τα έκλεψα! Τα βρήκα πρωί πρωί στα σκουπίδια και είμαι τυχερός, γιατί μετά από λίγο, τα μάζεψε το σκουπιδιάρικο.
Κ. Γιώργος: Άντε, μέσα στην ατυχία σου είσαι τυχερός.
Ορέστης: κ. Γιώργο θα πάρεις χαρτομάντιλα;
Κ. Γιώργος: Τι λες μωρέ; Αφού έχω περίπτερο και πουλάω κι’ εγώ χαρτομάντιλα.
Ορέστης: Ε, πάρε από εμένα και μετά ξανά πούλησέ τα.
Κ. Γιώργος: Ρε Ορέστη, πολύ έξυπνος είσαι…
Ορέστης: Θα πάρεις;
Κ. Γιώργος : Όχι σου λέω.
Ορέστης: Κωλόγερε  … 
Κ. Γιώργος: Αν σε πιάσω, θα δεις τι θα πάθεις. Έλα εδώ ρε παλιόπαιδο.

Έτρεξε γρήγορα και στάθηκε στον απέναντι δρόμο. Έβαλε τα χέρια στ’ αυτιά του και τον κορόιδευε.

Κ. Γιώργος: Δεν θα ξανά έρθεις από εδώ; Θα σε μαυρίσω στο ξύλο.
Παλιόπαιδο. Που πήγαν οι τρόποι και η ευγένεια….
Ορέστης: Του γλίτωσα… Είναι γέρος και έχει κοιλιά, σιγά μην με πιάσει
Α… μία χοντρή. Θα πάρετε χαρτομάντιλο;
Κυρία: Όχι.
Ορέστης: Ανα χαθείς φάλαινα….χαχαχα (χαμηλοφώνως).   
Δεν έχει πολύ κρύο σήμερα. Δεν λέω, αν κάθεσαι κρυώνεις, αλλά αν κινείσαι είσαι μια χαρά. Έχουν βάλει Χριστουγεννιάτικα…
Τι ωραία παιχνίδια. Μακάρι να είχα πολλά λεφτά και ν’ αγόραζα αυτή την βιτρίνα.
Ναι!
Θα έμπαινα μέσα και θα δοκίμαζα ότι ήθελα. Θα έπαιζα με ότι μου άρεσε και αν δεν μου άρεσε κάτι, θα τους έλεγα να νου φέρουν κάτι άλλο.
Αμάξια, στρατιώτες, μπάλες ποδοσφαίρου, όλα τα καλά έχουν.
Μόνο εγώ δεν έχω λεφτά.
Όλοι δουλεύουν κι’ έχουν λεφτά ν’ αγοράσουν κάτι. Εγώ είμαι έξω απ’ το πρωί και τα μόνα χρήματα που βγάζω, είναι ίσα ίσα για μια τυρόπιτα.
Και αν οι τσιγκούνηδες δεν μου ζητούσουν τα ρέστα τους πίσω, θα μπορούσα ν’ αγοράσω και σοκολατούχο γάλα. Πολύ μου αρέσει. Έχω αγοράσει πολλές φορές, αλλά από την τελευταία φορά που πήρα, έχει περάσει πολύς καιρός.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά πείνασα.
Α…, νάτος. Ε, κύριε, θα πάρετε χαρτομάντιλο;
Κύριος: Ναι. Πόσο έχει;
Ορέστης: Πενήντα λεπτά.  
Κύριος: Ορίστε, 1€.
Ορέστης: Θέλετε δύο χαρτομάντιλα;
Κύριος: Όχι, τα ρέστα…
Ορέστης: Ορίστε, πενήντα λεπτά.
Κύριος: Καλή σου μέρα.
Ορέστης: Αυτά που έλεγα… Γυαλισμένα παπούτσια, χρυσό ρολόι, ψιλό καπέλο (αυτός άχαρος) και ένα μακρύ παλτό, που νόμιζα ότι θα διπλωθεί.
Και το αποτέλεσμα… ήθελε τα ρέστα. Ο βλάκας…
Πεινάω.
Α…, ο κ. Τάσος. Καιρό έχω να πάω. Φτιάχνει πολύ νόστιμα γλυκά. Έχει και καραμέλες φράουλα…
Γεια σου κύριε Τάσο.
Τάσος: Που είσαι ρε Ορέστη, καιρό έχω να σε δω…
Ορέστης: Άστα, πήγαινα σε έναν άλλο φούρνο και μου είπε αυτός που ντύνεται σαν κι’ εσένα.
Τάσος: Δηλαδή πως ντύνεται;
Ορέστης: …δεν ξέρω πως λέγεται η δουλειά που κάνεις…
Μην γελάς!
Τάσος: Όχι, όχι… συνέχισε.
Ορέστης: Μου έλεγε, ότι αν έρχομαι και πετάω τα σκουπίδια όταν ο μικρός δείκτης είναι ακριβός και ο μεγάλος ξαπλωμένος, θα μου έδινε ψωμί.
Τάσος: Και:
Ορέστης: Μια μέρα, πήγα να τα πετάξω και μου όρμησε ένα σκυλί. Από το φόβο μου, άφησα τα σκουπίδια και το έβαλα στα πόδια.
Από τότε που λες κ. Τάσο, δεν ξανά πήγα…
Τάσος: Χα, χα, χα…
Ορέστης: Γιατί γελάς:
Τάσος: Τίποτα, τίποτα…
Δεν μου λες;
Ορέστης: Τι;
Τάσος: Αν μου πεις τι ώρα είναι αυτή που είπες πριν, θα σου δώσω ψωμί.
Ορέστης: Το ψωμί πρώτα.
Τάσος: Ορίστε…
Ορέστης: Είναι δώδεκα ξαπλωμένο!
Τάσος: Χα, χα, χα… Δεν ξέρεις την ώρα;
Ορέστης: Την ξέρω, όσο ξέρεις κι’ εσύ να φτιάχνεις ψωμί…
Τάσος: Έλα εδώ ρε…

Έβαλε το ψωμί μέσα από την μπλούζα και έτρεχε, όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
 
Τάσος: Τα’ άκουσες γυναίκα;
Γυναίκα: Ναι Τάσο.
Τάσος: Μόνο του να είναι;
Γυναίκα: Είχα ακούσει ότι ο πατέρας του είχε πεθάνει απ’ τα ναρκωτικά. Και άφησε μια μάνα μονάχη, με τέσσερα παιδιά.
Τάσος: Ναι;!
Γυναίκα: Ναι! Και αυτή έκανε το χειρότερο που θα μπορούσε να κάνει μια μάνα
Τάσος: Τι;
Γυναίκα: Διάλεξε πιο παιδί θα διώξει απ’ την αγκαλιά της…

Ορέστης: Μου έμεινε το 1€.
Θα πάρω σαλάμι και θα φάω σαν πλούσιος.
Ε…, μάστορα. Έχω 1€, πόσο σαλάμι μπορώ να πάρω;
Μπακάλης: Αρκετό.
Ορέστης: Να, πάρε το ψωμί και βάλε μου μέσα μπόλικο.
Μπακάλης: Δεν θέλεις τυρί;
Ορέστης: Μια φέτα, δεν μου αρέσει πολύ.
Μπακάλης: Έτοιμος ο Ορέστης.
Ορέστης: Ευχαριστώ. Να σ’ ερωτήσω, πόσο κάνει όλο αυτό το σαλάμι.
Μπακάλης: 40 €.
Ορέστης: Ου ου… Πρέπει να μείνω νηστικός πολλά χρόνια για να τα’ αγοράσω. Αλλά όταν θα το αγοράσω, δεν θα χρειαστεί να ξανά πουλήσω χαρτομάντιλα. Ε;
Μπακάλης: Ναι Ορέστη μου. Αλλά με τίμιο τρόπο…
Ορέστης: Πάντα!
Μπακάλης: Για κοιτάξτε… Μου έρχονται ευκατάστατοι με βερεσέ και ένα ζητιανάκι, πληρώνει την ίδια στιγμή.
Τι να πω;

Προχωρούσε κι’ έτρωγε λαίμαργα. Δεν έχει τρόπους η πείνα κι’ αν έχει και λίγο κρύο, εκεί είναι που το μασούλημα με το στόμα ανοιχτό, είναι απόλαυση.

Ορέστης: Ωχ! Ένα σκυλί…!
Μου είχε ορμήσει το άλλο την προηγούμενη φορά…
Δεν κουνιέμαι, δεν κουνιέμαι, δεν κουνιέμαι…

Πήγε το σκυλί κοντά του και του κουνούσε την ουρά. Κάνει σιγά σιγά ένα βήμα, αλλά αυτό πάλι δίπλα του.

Ορέστης: Τι να κάνω; Μανούλα μου, θα με δαγκώσει.
Να, πάρε λίγο ψωμί.

Μόλις του το πέταξε, δεν πρόλαβε να μασηθεί και το κατάπιε αμέσως.

Ορέστης: Πεινάς ε;
Πάρε άλλο λίγο.

Από λίγο κάθε φορά, μοιράστηκαν το ψωμί, το σαλάμι και το λίγο τυρί.
Όπου πήγαινε ο Ορέστης, μαζί και ο σκύλος.

Ορέστης: Λοιπόν θα σε βγάλω Μπάμπη. Εντάξει;
Τι εντάξει, αυτό το όνομα σου πάει… Είμαι σίγουρος.

Μπάμπη, Μπάμπη φώναζε… και κάποιοι γυρνούσαν. Περπατούσαν, έτρεχαν μαζί, φώναζε ο Ορέστης, γαύγιζε ο Μπάμπης.

Ορέστης: Α, φτάσαμε στον κ. Γιώργο. Κοίταξε τον, σκουπίζει το πεζοδρόμιο μπροστά απ’ το περίπτερο. Πάμε να τον γνωρίσεις.

Πέρασαν τα φανάρια και έφτασαν μπροστά στο περίπτερο.

Ορέστης: Γεια σου κ. Γιώργο.
Κ. Γιώργος: Πάλι εσύ;
Ορέστης: Ναι. Ήρθα να σου γνωρίσω τον φίλο μου τον Μπάμπη.
Κ. Γιώργος: Φαίνεται κολλήσατε, γιατί δεν έχει κι’ αυτός τρόπους;
Ορέστης: Όχι… μάλλον…, αλλά πεινούσε και μοιραστήκαμε το ψωμί που είχα.
Κ. Γιώργος: Ποιος είναι;
Ορέστης: Αυτός…
Κ. Γιώργος: Ποιος μωρέ, ο σκύλος;
Ορέστης: Ναι!
Κ. Γιώργος: Α καλά…
Παιδάκι μου δεν έχεις μυαλό. Όλο παλαβομάρες κάνεις.
Ορέστης: Δεν ξέρω τι λες κ. Γιώργο, είναι ο καλύτερος φίλος που είχα.
Κ. Γιώργος: Γιατί, είχες κι’ άλλον;
Ορέστης: Ναι. Ένα άλλο παιδί που μου έμαθε να πουλώ χαρτομάντιλα. Αλλά μια μέρα, έβγαλα παραπάνω χρήματα από αυτόν και ζήλεψε. Με χτύπησε και μου τα πήρε.
Του όρμησα κι’ εγώ, αλλά ήταν μεγαλύτερος από εμένα και μου έκλεψε τα 2€.
Κ. Γιώργος: Πόσο χρονών είσαι;
Ορέστης: Έξι.
Κ. Γιώργος: Α, είσαι μικρός ρε Ορέστη…
Οι δικοί σου που είναι;
Ορέστης: Δεν ξέρω. Μου είπε κάποτε μια γιαγιά, ότι πήγαν στον ουρανό. Τι σημαίνει αυτό, πάλι δεν ξέρω…
Και γιατί να φύγουν από την γη, να πάνε στον ουρανό; Ούτε αυτό το καταλαβαίνω…
Μάλλον θα φταίει που είμαι μικρός ε;
Κ. Γιώργος: Αυτό είναι Ορέστη μου, είσαι μικρός… γι’ αυτό δεν το καταλαβαίνεις.
Ορέστης: Αυτό λέω κι’ εγώ κ. Γιώργο.
Κ. Γιώργος: Κι’ εμένα Ορέστη, η οικογένεια μου έφυγε για τον ουρανό.
Ορέστης: Ναι…; Μα γιατί πάνε όλοι εκεί, δεν μας θέλουν;
Κ. Γιώργος: Ξέρω την απάντηση Ορέστη, αλλά δεν θα σου την πω. Σίγουρα θα την καταλάβεις αργότερα… Και το κακό είναι, ότι θα την καταλάβεις με τον δύσκολο τρόπο.
Ορέστης: Για να το λες… κάτι θα ξέρεις.
Κ. Γιώργος: Ορέστη, ξέρεις τι έχουμε τώρα;
Ορέστης: Χριστούγεννα!!!
Κ. Γιώργος: Α, το ξέρεις αυτό…
Ορέστης: Ναι. Και περιμένω έναν χρόνο αυτή την μέρα.
Κ. Γιώργος: Γιατί;
Ορέστης: Θα σου πω…
Πέρσι, όταν ήμουν μ’ εκείνο το παιδί, έκανα άσχημα πράγματα.

Κ. Γιώργος: Τι;
Ορέστης: Έκλεβα…
Ντρέπομαι που το λέω κ. Γιώργο, αλλά, άλλαξα.
Κ. Γιώργος: Γιατί;
Ορέστης: Μια μέρα περνούσα από τον σταθμό που πάνε τα παιδάκια με τους γονείς τους. Ξέρεις, που είναι εδώ πιο κάτω…
Κ. Γιώργος: Και;
Ορέστης: Μια μαμά, πήγε να σηκώσει το παιδί της που έπεσε. Και ξέχασε το κολατσιό του στο παγκάκι.
Πήγα κρυφά να το πάρω, αλλά γύρισε απότομα προς το μέρος μου και κρύφτηκα πίσω από έναν θάμνο.
Κάθισαν στο παγκάκι και του είπε: Αν δεν είσαι καλό παιδί και δεν κάνεις καλές πράξεις, πως θες να σου φέρει δώρο ο Άγιος Βασίλης;
Από εκείνη την μέρα, θέλω να γίνω σωστός! 
Θέλω να έρθει και σ’ εμένα ο Άγιος Βασίλης, να μου φέρει δώρο.
Και ξέρεις;
Κ. Γιώργος: Τι Ορέστη μου;
Ορέστης: Έχω βρει στα σκουπίδια, μια μεγάλη μαύρη κάλτσα. Την έπλυνα σε μια λιμνούλα στο δρόμο και την φυλάω καθαρή, για να βάλει μέσα ο Άγιος Βασίλης το δώρο μου…
Κ. Γιώργος: Μπράβο. Τι λες θα έρθει;
Ορέστης: Σίγουρα! Αφού έχω κάνει καλές πράξεις.
Κ. Γιώργος: Ορέστηηηη…
Ορέστης: Ωχ!
Κ. Γιώργος: Το παλιόσκυλο μου κατούρησε τα περιοδικά. Πάρτω και φύγε τώραααα…
Ορέστης: Έλα Μπάμπη πάμε…

Είχε βραδιάσει και έτρεχαν προς το σπίτι του Ορέστη. Το κρύο ήταν αρκετά τσουχτερό, αλλά με την χαρά που είχαν και οι δύο φίλοι, δεν τους ένοιαζε.

Ορέστης: Να, το σπίτι μου Μπάμπη. Είδες, δεν είναι πολύ μακριά από τον κ. Γιώργο, είμαι σχεδόν στο κέντρο της πόλης.
Εσύ θα κοιμηθείς εδώ κι’ εγώ δίπλα σου.
Αλλά για κάτσε…
Χριστούγεννα έχουμε… γιατί να μην βάλω το καινούργιο χαρτοκούτι να κοιμηθούμε;

Πέταξε το παλιό χαρτοκούτι και έβαλε ένα μεγαλύτερο, που είχε πάρει από τον κ. Γιώργο, όταν του είχαν φέρει γαριδάκια. Και οι δυο κάτω από το καινούργιο σπίτι, έβαλε τον Μπάμπη πάνω σ’ ένα σκισμένο μπουφάν, κι αυτός ξάπλωσε δίπλα του.

Ορέστης: Ξέρεις Μπάμπη, ο κ. Γιώργος καταβάθος δεν είναι κακός. Μπορεί τώρα να φώναξε, αλλά αύριο θα σου ξαναμιλήσει.
Είδες, δεν κρυώνεις τώρα; Μα στο είπα ότι θα είμαστε, πιο ζεστά και γιορτινά.

Αγκάλισε τον Μπάμπη και τον καληνύχτισε.

Την επομένη σηκώθηκαν να πουλήσουν χαρτομάντιλα.

Ορέστης: Καλημέρα κ. Γιώργο.
Κ. Γιώργος: Καλημέρα, αλλά μην μου έρθετε εδώ…
Ορέστης: Εντάξει.
Λοιπόν Μπάμπη, σήμερα είναι Χριστούγεννα. Βλέπεις που έχουν στολίσει, μια μεγάλη φάτνη και μέσα έχει ένα μικρό παιδάκι;
Αυτός είναι ο Χριστούλις, που προστατεύει όλα τα παιδάκια και λογικά, όλα τα σκυλάκια…
Μέχρι την πρωτοχρονιά έχουμε έξι μέρες, όσο χρονών είμαι κι’ εγώ.
Να δεις που θα πουλήσουμε πολλά χαρτομάντιλα.

Σηκώνονταν πρωί πρωί και γύριζαν παντού, για να πουλήσουν χαρτομάντιλα. Τα πήγαιναν πάρα πολύ καλά, αφού ο Ορέστης, αγόραζε καθημερινά δύο ψωμιά, ένα για τον εαυτό του και ένα για τον Μπάμπη.
Οι μέρες περνούσαν με λαχτάρα και υπομονή…

Ορέστης: Μπάμπη, σε δύο μέρες θα περιμένουμε τα δώρα μας από τον Άγιο Βασίλη. Κοίτα, έχουμε μαζέψει 30€. Πρώτη φορά έχω τόσα λεφτά. Θα αγοράσω παπούτσια κι’ ένα λουράκι για εσένα. Στο υπόσχομαι…
Τι, δεν το πιστεύεις;
Θα πάω τώρα αμέσως.

Αγόρασε το λουράκι και ένα στενό πιο κάτω, αγόρασε τα μαύρα παπούτσια.

Ορέστης: Λοιπόν Μπάμπη, θα πάμε στο σπίτι μας και θα φορέσουμε τα καινούργια μας πράγματα.
Έλα πάμε…

Έφτασαν στο καινούργιο σπιτάκι, μπήκαν μέσα και ο Ορέστης, έβαλε στον λαιμό του Μπάμπη το καινούργιο κόκκινο λουράκι. Ύστερα κάθισε κάτω και φόρεσε τα μαύρα παπούτσια.

Ορέστης: τι χαρά που έχω… Και να σκεφτείς ότι τα πήραμε με τα δικά μας λεφτά.
Θα τα βγάλω όμως τα παπούτσια, γιατί θέλω να είναι καθαρά.

Εκείνη την στιγμή άρχισε να γαυγίζει ο Μπάμπης, μια μεγάλη σκιά που πλησίαζε το σπίτι. Βγήκε έξω ο Μπάμπης και μαζί του ο Ορέστης…

Μπόγιας: Πέρασέ του την θηλιά. Πρόσεξε μην σε δαγκώσει.
Το έπιασα, άνοιξε το κλουβί.
Ορέστης: Αφήστε τον, είναι καλό σκυλάκι.
Μπόγιας: Κάτσε εκεί που είσαι.
Ορέστης: Μα δεν μπορείτε να μου τον πάρετε. Τι σας έκανε;
Ότι αγοράσαμε, ήταν με δικά μας λεφτά. Σας παρακαλώ αφήστε τον…
Μπόγιας: Κλείσε την πόρτα, έχουμε πολύ δουλειά ακόμα. Αυτές οι γιορτές είναι δράμα, πρέπει να μαζεύουμε όλα τα’ αδέσποτα απ’ το δρόμο.

Έτρεξε γρήγορα ο Ορέστης και όρμησε στον έναν, αλλά δεν είχε δύναμη, κι’ αυτός τον πέταξε δίπλα στην σχάρα του υπονόμου. Έπεσε άγαρμπα ο Ορέστης και με το χέρι του χτύπησε το χαρτοκούτι και ένα, από τα παπούτσια, έπεσε μέσα στον υπόνομο.

Μπόγιας: Βάλε μπροστά…
Ορέστης: Μπάμπη…, Μπάμπη…
Είστε κακοί άνθρωποι και ο Άγιος Βασίλης δεν θα σας φέρει δώρο.
Το ακούτε…; Δεν θα σας φέρει δώρο…

Πήραν τον Μπάμπη και χάθηκαν στο μικρό σταυροδρόμι. Ο Ορέστης μπήκε στο μισοχαλασμένο σπιτάκι και τον πήρε ο ύπνος με κλάματα.
Την επόμενη μέρα, προσπαθούσε να πουλήσει χαρτομάντιλα, για ν’ αγοράσει ψωμί.

Ορέστης: Θα πάρετε χαρτομάντιλα;
Κάποια: Όχι.
Ορέστης: Χαρτομάντιλα;
Κάποιος: Φύγε από μπροστά μου βρομιάρη.
Ορέστης: Σας παρακαλώ, πάρτε ένα χαρτομάντιλο.
Κάποια: Μην τον πλησιάζεις Νικολάκη μου και σε κολλήσει τίποτα…

30 Δεκεμβρίου και δεν είχε καταφέρει να πουλήσει τίποτα. Προσπαθούσε μέχρι το σούρουπο, αλλά το κρύο και η πείνα, τον ανάγκασαν να πάει στο χάρτινο σπιτάκι.

Ορέστης: Τίποτα σήμερα. Δεν έβγαλα χρήματα, ούτε για μια καραμέλα
Τι να κάνει ο Μπάμπης;
Μακάρι να είναι κάπου ζεστά, γιατί εγώ κρυώνω. Θα σκεπαστώ με το μπουφάν που του είχα χαρίσει και όταν ξανά έρθει, θα του το δώσω.

31 Δεκεμβρίου, μία μέρα από την Πρωτοχρονιά και ο Ορέστης σηκώθηκε να πουλήσει χαρτομάντιλα.

Ορέστης: Πεινάω και κρυώνω πολύ. Μακάρι να πουλούσα  έστω δύο πακετάκια…
Α…, είκοσι λεπτά! Μπορεί να είναι γούρι, ότι θα πάει καλά αυτή η μέρα.
Έρχεται ένας…
Ορέστης: Χαρτομάντιλα;
Κάποια: Όχι, καλό μου παιδάκι, δεν θέλω.
Ορέστης: Χαρτομάντιλα;
Κάποιος: Μόλις τώρα πήρα.
Ορέστης: Βλέπω ότι φτερνίζεστε, θέλετε χαρτομάντιλο;
Κάποια: Από αυτά τα πεντακάθαρα χέρια…;
Ορέστης: Δεν βλέπω να βγάζω κάτι σήμερα. Καλά, δεν θέλουν να κάνουν μια καλή πράξη, για να πάρουν δώρο απ’ τον Άγιο Βασίλη;
Όλα τα παιδάκια σήμερα λένε τον Άγιο Βασίλη, αλλά εγώ δεν το ξέρω. Ποτέ δεν μου το έμαθε κάποιος.
Περιμένω αυτή την μέρα πως και πως… και δεν ξέρω το τραγούδι της.
Θα πάω έτσι και ότι γίνει…
Α, εδώ θα μπω.
Καλημέρα, να τα πω;
Κυρία: Ναι βέβαια.
Ορέστης: Άγιος Βασίλης… ε, Άγιος Βασίλης…
Κυρία: Καλά, δεν το ξέρεις;  
Έχεις κάποιο πρόβλημα; Μήπως είσαι καθυστερημένο;
Άκουσε πως πάει από τον γιό μου, που έβγαλε σήμερα 100€…
Παναγιώτη, Παναγιώτη…

Έφυγε τρέχοντας και πήγε στον κ. Γιώργο.

Ορέστης: κ. Γιώργο, έχω μόνο είκοσι λεπτά και πεινάω πάρα πολύ. Εχθές και σήμερα δεν μπόρεσα να πουλήσω κάτι… πεινάω!
Κ. Γιώργος: Με είκοσι λεπτά παίρνεις δύο τσίχλες. Αν είχες άλλα τριάντα λεπτά, θα έπαιρνες κρουασάν.
Ορέστης: κ. Γιώργο πεινάω πάρα πολύ. Δώστε μου κάτι να φάω και θα σας το πληρώσω, όταν θα έχω.
Κ. Γιώργος: Δεν γίνεται…
Το σκυλί που είναι; Δεν πιστεύω να είναι εδώ και μου κάνει καμιά ζημιά;
Ορέστης: Το πήραν κάποιοι με αυτοκίνητο…
Κ. Γιώργος: Καλά έκαναν. Έχει γεμίσει ο τόπος με αδέσποτα.
Ορέστης: Σας παρακαλώ δώστε μου κάτι…
Κ. Γιώργος: Δεν γίνεται ρε παιδί μου... Σου λείπουν ακόμα τριάντα λεπτά, δεν το καταλαβαίνεις;!
Πελάτης: Που είναι οι αθλητικές;
Κ. Γιώργος: Εκεί, δίπλα από τα περιοδικά.

Βρήκε την ευκαιρία ο Ορέστης και έβαλε μέσα στην μπλούζα του, δυο κρουασάν και μία σοκολάτα. Χαιρέτησε τον κ. Γιώργο και πήγε να περάσει τον δρόμο. Έκανε δύο βήματα, αλλά η μπλούζα του ήταν τρύπια και η σοκολάτα έπεσε κάτω.

Πελάτης: Ε… σε κλέβει…
Κ. Γιώργος: Ποιος;
Πελάτης: Το ζητιανάκι…

Πετάχτηκε έξω απ’ το περίπτερο και έπιασε τον Ορέστη απ’ τα μαλλιά, που ήταν σκυμμένος πάνω από την σοκολάτα. Πήρε την σκούπα και άρχισε να τον χτυπά όπου έβρισκε…

Κ. Γιώργος: Παλιόπαιδο… Νόμιζες ότι δεν θα σε έπιανα κάποια στιγμή; Φαντάζομαι πόσα πράγματα θα μου έχεις κλέψει…
Εσύ ήσουν που άλλαξες;
Κλέφτης θα μείνεις, γιατί τέτοια ανατροφή πήρες, από το σπίτι σου!

Σηκώνει απότομα τον Ορέστη από το πεζοδρόμιο και τότε, του πέφτουν και τα δύο κρουασάν. Αφήνιασε τόσο πολύ, όταν το είδε αυτό και τον χτυπούσε με γροθιές στο πρόσωπο.

Ορέστης: Σταμάτα κ. Γιώργο, δεν θα το ξανακάνω.
Κ. Γιώργος: Σκάσε…

Και σήκωσε το πόδι, για να του πατήσει το κεφάλι.

Πελάτης: Φτάνει άνθρωπε μου, θα το σκοτώσεις…
Κ. Γιώργος: Μα δεν το είδες το κάθαρμα;
Κάθε μέρα ήταν εδώ, του είχα εμπιστοσύνη… κι’ αυτό με έκλεβε.
Πελάτης: Ηρέμησε. Άστο να φύγει, άγιες μέρες έχουμε…
Κ. Γιώργος: Χάσου μπάσταρδο και να μην σε ξανά δω μπροστά μου!
Πελάτης: Σήκω παιδάκι μου και πήγαινε στους γονείς σου.

Και ο κ. Γιώργος σαν γονιός μου ήταν… πήγε να του πει ο Ορέστης, αλλά κρατήθηκε…
Σηκώθηκε και κουτσαίνοντας πέρασε απέναντι. Καθάρισε με τα χεράκια του, το πρόσωπο του από τις χαρακιές και συνέχισε προς το σπίτι του.
            Όλοι στο δρόμο το κοιτούσαν με απαξίωση και όσο αντίκριζε τα  βλέμματα τους, τόσο χαμήλωνε το κεφάλι.

Κάποιος: Σας μάθαμε… νομίζεις, ότι αν κουτσαίνεις, θα μας κάνεις να σε λυπηθούμε;

Κάποιος: Αντί να πάει σχολείο, κάθεται και κάνει τον καραγκιόζη…

Έκανε ότι δεν τους άκουσε και προχώρησε. Στάθηκε να πάρε μια ανάσα και στην γωνία, έστριψε δεξιά. Στα δέκα μέτρα ήταν το σπιτάκι του, αλλά αυτή την μικρή απόσταση, την έβλεπε σαν πολλά χιλιόμετρα.
Ορέστης: Ωχ… το σπίτι μου είναι βρεγμένο. Δεν του έβαλα μια πέτρα το πρωί και μου το έριξε ο αέρας στα νερά.
Δεν πειράζει…
Θα σκεπαστώ με το μπουφάν του φίλου μου… και θα περάσει με ζεστασιά, κι’ αυτό το βράδυ.

            Είχε νυχτώσει και η πόλη ντυνόταν με τα γιορτινά της. Παντού φωτάκια, φωτεινοί Άγιοι  Βασίληδες, τάρανδοι και Χριστουγεννιάτικα δέντρα.
Χαμογελαστοί άνθρωποι περιφέρονταν στους δρόμους της πόλης και αψηφούσαν την κρύα νύχτα. Κάποιοι από αυτούς περνούσαν από το στενάκι που ζούσε ο Ορέστης, γιατί έβγαιναν πιο γρήγορα στο κέντρο της πόλης, που ήταν στολισμένο το μεγάλο δέντρο. Οι πιο πολλοί δεν τον πρόσεχαν, έτσι όπως ήταν κουλουριασμένος και όσοι τον έβλεπαν, γύριζαν αμέσως το κεφάλι, για να μην τους χαλάσει την διάθεση…

Ορέστης: Μακάρι να μου έδιναν κάτι να φάω.
Κρυώνω πάρα πολύ.
Τι να κάνει ο Μπάμπης; Ο μοναδικός φίλος που είχα και κράτησε, μόνο λίγες μέρες. Μακάρι να είναι καλά και να είναι με ανθρώπους, που να τον αγαπούν, όσο εγώ…
Το πόδι μου είναι μελανιασμένο εκεί που με χτύπησε ο κ. Γιώργος. Πονάει πάρα πολύ.
Αλλά ο κ. Γιώργος, δεν είναι κακός άνθρωπος και δεν θέλει το κακό κανενός. Εξαγριώθηκε με αυτό που του έκανα… και δεν του κρατώ μίσος, που με χτύπησε.
Έχω παγώσει ολόκληρος. Αλλά έχω χαρά για απόψε. Λίγο αργότερα, θα έρθει ο Άγιος Βασίλης και θα μου δώσει το δώρο μου.
Ξέρω ότι θα έρθει, γιατί ήμουν καλό παιδί.
Οι ιστορίες λένε, ότι κατεβαίνει από την καμινάδα, με έναν μεγάλο κόκκινο σάκο. Και όταν βρεθεί μέσα στο σπίτι, τον περιμένουν γλυκά.
Εγώ δεν έχω καμινάδα, ένα απλό χαρτοκούτι είναι. Όσο για τα γλυκά, θα του πω την αλήθεια, ότι δεν πούλησα χαρτομάντιλα και δεν μπόρεσα ν’ αγοράσω ούτε μία καραμέλα.
Πολύ κρύο έχει…

Μάζεψε το σώμα του σαν κουβάρι, για ν’ αντέξει την παγωνιά. Έτρεμε, αλλά αψηφούσε ακόμα και το ψυχρό πεζοδρόμιο που ήταν ξαπλωμένος, για την χαρά που φώλιαζε, ένα χρόνο μέσα του.

Ορέστης: Αμάν! Έχω ξεχάσει να κρεμάσω την κάλτσα, που θα βάλει ο Άγιος Βασίλης το δώρο μου;

Παραμέρισε το κρύο και τον πόνο από το πρησμένο του πόδι και σηκώθηκε. Κουτσαίνοντας και με δαγκωμένα τα χείλια, πήγε στην γωνία του τοίχου, που είχε κρύψει το κουτί, από τα σοκολατάκια. Σήκωσε χαρτιά, κουρέλια και ότι άλλο είχε βάλει από πάνω και μόλις το βρήκε το πήρε στα χέρια του. Το άνοιξε σιγά σιγά για να δει αν ήταν μέσα η κάλτσα…
Χαμογέλασε, χάιδεψε την κάλτσα και έμπηξε ένα ξυλαράκι στον τούβλινο τοίχο. Κάρφωσε την κάλτσα επάνω στο ξυλαράκι και μπήκε στο χάρτινο σπίτι.

Ορέστης:  Μακάρι να μείνω ξύπνιος, για να τον δω από κοντά…

Ήταν πολύ κουρασμένος και μόλις ξάπλωσε τον πήρε ο ύπνος.
Κ. Γιώργος: Και πέρσι… και φέτος, πάλι μόνος μου. Χρόνια τώρα μόνος μου, χωρίς να μπορώ να πάρω, ούτε να δώσω ευχές.
Κοντεύω να ξεχάσω τα πρόσωπα των δικών μου, από τότε…
Μακάρι να είχα έναν κοντά μου.
Έχω στολίσει δέντρο, αγόρασα ένα κουτάκι μελομακάρονα και με ρωτάω, για ποιόν;
Μόνο για εμένα και τον μίζερο τον εαυτό μου!
Τόση στεναχώρια δεν την άντεξε η καρδιά μου και χρειάστηκε να μου την ανοίξουν… και να την αδειάσουν.
Μα εγώ έχω το χάρισμα να την γεμίζω με μίσος, όπως έκανα και σήμερα…
Δεν έλεγξα τα νεύρα μου και χτύπησα τον Ορέστη!
Ότι και να μου έκανε, δεν έπρεπε να τον ακουμπήσω, είναι παιδί!
Είναι χαρούμενες μέρες και εγώ του δώρισα, χαστούκια και γροθιές. Πως μπόρεσα;
Θα καθίσω λίγο στο τζάκι να ηρεμήσω, θα πιώ ένα ποτηράκι όπως μου έχουν πει οι γιατροί και θα πέσω για ύπνο.

Κάθισε στην μεγάλη πολυθρόνα και το βλέμμα του χάζευε τις φλόγες. Ζεστό το σπίτι, σχεδόν πλούσιο το τραπέζι, αλλά μέσα του ήταν παγωμένος και άδειος…
Κοίταξε το ταβάνι, την λάμπα, κατέβηκε το βλέμμα προς την τραπεζαρία, ξέφυγε λίγο πιο ψηλά και στάθηκε στον μικρό Άγιο Βασίλη, που ήταν κρεμασμένος στην πόρτα.

Κ. Γιώργος: Πρέπει να τον βρω…

Άφησε το ποτήρι και έβαλε ένα παλτό επάνω του. Κλείδωσε την πόρτα και κατευθύνθηκε προς το κέντρο. Μετά από λίγο έφτασε στο περίπτερο του.
Κόσμος παντού, δεξιά-αριστερά, όπου κι’ αν κοιτούσε. Χαρά, γέλια, θόρυβος, όχλος.
Ορέστη… φώναξε, αλλά όσοι γύρισαν δεν ήταν έξι χρονών.

Κ. Γιώργος: Μου είχε πει, ότι μένει προς τα εδώ. Ναι, είμαι σίγουρος. Από εδώ, σ’ αυτό το δρομάκι χανόταν…

Απομακρυνόταν από τον κόσμο και βυθιζόταν στο σκοτεινό στενάκι.

Κ. Γιώργος: Ορέστη, Ορέστη…
Ο κ. Γιώργος είμαι,  απάντησέ μου.
Δεν ήρθα να σε μαλώσω, ήρθα να σου ζητήσω συγνώμη που σε χτύπησα και θα ήθελα, να περάσουμε τις γιορτές μαζί.

Βυθίστηκε πιο πολύ στο αμυδρό φως και είδε ένα χεράκι, να το βρέχουν τα νερά, που χύνονταν στον υπόνομο.
Ο Ορέστης δεν κατάλαβε τίποτα, ήταν στον δικό του, παιδικό κόσμο…
Το σώμα και τα μάτια, τρεμόπαιζαν στο όνειρο και δεν έδιναν σημασία στο κρύο και την φωνή του κ. Γιώργου.
Ζούσε… στην αγκαλιά και την θαλπωρή του Άγιου Βασίλη.

Ορέστης: Ήρθατε και είμαι πολύ χαρούμενος γι’ αυτό. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι έχω περάσει για ένα χρόνο.
Όμως, είστε εδώ μπροστά μου…
Δεν μπορώ να το πιστέψω!
Άγιος Βασίλης: Ξέρω ότι ήσουν καλό παιδί και η καλή σου ψυχούλα, έβγαζε καλοσύνη. Πως μπορούσα να το αγνοήσω;
Είμαι εδώ και σου έφερα δώρο, αφού το αξίζεις.

Έσκυψε να πάρει το δώρο του στον παραμυθένιο κόσμο, όμως  αληθινός, του πάγωσε το όνειρο και το κορμάκι…

Κ. Γιώργος: Ορέστη, Ορέστη…
Είσαι παγωμένος!
Πρέπει να έρθει γιατρός.

Ορέστη… του φώναξε για τελευταία φορά πριν τον σκεπάσει με το παλτό του, κι’ έφυγε.

Κ. Γιώργος: Έναν γιατρό, έναν γιατρό…

Έφτασε λαχανιασμένος στο πλήθος των χαρούμενων ανθρώπων

Κ. Γιώργος: Έναν γιατρό, είναι κάποιος από εσάς γιατρός;
Κάποιος: Ε, φίλε… εκεί πιο κάτω εφημερεύει φαρμακείο.

Έτρεξε γρήγορα, σχεδόν χωρίς ανάσα… και είδε μέσα την φαρμακοποιό.

Κ. Γιώργος: Γρήγορα ένα ασθενοφόρο στην οδό…

Αρκετοί ακολούθησαν… για να δουν τον Ορέστη, το ζητιανάκι… Και μαζί μ’ αυτούς ο κ. Γιώργος.

Γιατρός: Έχει σφυγμό! Κάντε όλοι στην άκρη.

Όλοι κοιτούσαν αλλά ο κ. Γιώργος το ζούσε… Έκανε στην άκρη για να βλέπει καλύτερα. Έκλεισε τα μάτια για να διώξει τα δάκρυα και όταν τα’ άνοιξε, έφευγε προς τον ουρανό, με το βλέμμα του να χαϊδεύει το πρόσωπο του Ορέστη...

Την επόμενη μέρα:

Ορέστης: Τι είναι εδώ;
Γιατρός: Είναι ίδρυμα για παιδάκια.
Ορέστης: Και γιατί είμαι εδώ;
Γιατρός: Γιατί σε βρήκε κάποιος Γιώργος που είχε περίπτερο και σε έσωσε από το κρύο.
Ορέστης: Ο κ. Γιώργος…! Και που είναι τώρα;
Γιατρός: Ε… είναι μακριά από εδώ, αλλά σίγουρα θα σε σκέφτεται από εκεί που είναι…
Ορέστης: Γιατί έφυγε; Που πήγε;
Γιατρός: Ε… πήγε στον ουρανό…

Έβαλε τα κλάματα ο Ορέστης…

Ορέστης: Γιατί πήγε στον ουρανό; Γιατί όσους αγαπάω πάνε εκεί ψηλά;!

Έτρεξε προς το παράθυρο και κοίταζε τον γαλάζιο ουρανό. Σκούπισε τα μάτια του και καθάρισε τα χνότα από το τζάμι, μήπως και μπορέσει να δει τον κ. Γιώργο εκεί ψηλά.
Έμεινε εκεί αρκετή ώρα, ώσπου γύρισε το πρόσωπό του, έχοντας ένα μεγάλο χαμόγελο.
Κοίταξε την γιατρό…

Ορέστης: Ξέρω γιατί όλοι πάνε στον ουρανό!!!
Γιατρός: Γιατί;!
Ορέστης: Γιατί ο Άγιος Βασίλης διαλέγει γύρο του, όσους είναι καλοί, για να τον βοηθούν να μοιράσει τα δώρα…!!!

Χαμογέλασε η γιατρός και τον έβαλε στην αγκαλιά της. Του χάιδεψε άγαρμπα τα μαλλιά και του είπε:

Γιατρός: Όλα τα παιδάκια πήραν δώρο, εσύ δεν πήρες…
Κάτω από το δέντρο, άφησε ο Άγιος Βασίλης το δικό σου!

Κλαίγοντας ξετύλιγε το δώρο του και πρόσεχε να μην χαλάσει το χαρτί. 
Ένα μπλε αμάξι… φώναξε με θαυμασμό και το έσφιξε στην αγκαλιά του.

Α. Γιατρός: Για ελάτε εδώ όλα τα παιδάκια, να πούμε τραγούδια.
Γιατρός: Ορέστη, πήγαινε κι’ εσύ…
Ορέστης: Μα δε ξέρω τραγούδια.
Γιατρός: Πήγαινε και θα μάθεις.

Βάδιζε ντροπαλός ο Ορέστης, προς τα άλλα παιδάκια. Κρατούσε σφιχτά το δώρο του, για να μην του το πάρουν και κοίταζε λίγο φοβισμένα. Έκαναν χώρο δύο παιδάκια και κάθισε αυτός στη μέση.

Για πάμε το τραγουδάκι.

Αρχή μηνιά κι’ αρχή χρονιά…





Δεν υπάρχουν σχόλια: